φαφλατάς

φαφλατάς
ο , φαφλατάςου η болтун, -ья; пустомеля, пустозвон; трепач, -ка (прост.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "φαφλατάς" в других словарях:

  • φαφλατάς — ο πληθ. άδες, φλύαρος, μωρολόγος, αερολόγος, κενολόγος, παπαρδέλας: Ο φαφλατάς είναι κουραστικός, όταν μιλάει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαφλατάς — ο, θηλ. φαφλατού, Ν φλύαρος, πολυλογάς. [ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη, πρόκειται για υποχωρητ. σχηματισμό από το ρ. φαφλατί ζω* (πιθ. ηχομιμητική λ.), ενώ, κατ άλλη άποψη, έχει προέλθει από το ρ. παφλάζω (μέσω ενός αμάρτυρου *παφλαστής), το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • κρουνοχυτρολήραιος — κρουνοχυτρολήραιος, ὁ (Α) αυτός που λέει πολλές ανοησίες, φαφλατάς («κρουνοχυτρολήραιος ει», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. «Σύνθετο επ ευκαιρία», πλασμένο στη γλώσσα τής κωμωδίας (Αριστοφ.) < κρουνός + χύτρα + λῆρος «ανόητος, φαφλατάς» + επίθημα αιος] …   Dictionary of Greek

  • αδολέσχης — ο (Α ἀδολέσχης και ἀδόλεσχος, ον) φλύαρος, πολυλογάς, φαφλατάς αρχ. οξύς, διεισδυτικός, λεπτολόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ως β συνθ. τής λ. θεωρείται η λ. λέσχη (= συνομιλία, συζήτηση). Σχετικά με το α συνθ. τής λ. υπάρχουν διαφωνίες και είναι αβέβαιης… …   Dictionary of Greek

  • αεροκοπανιστής — ο [αεροκοπανίζω] φλύαρος, αερολόγος, φαφλατάς …   Dictionary of Greek

  • αερολόγος — ο όποιος λέει «λόγια τού αέρα», φλύαρος, φαφλατάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < αέρας + λόγος < λέγω. ΠΑΡ. αερολογία, αερολογώ] …   Dictionary of Greek

  • αλαφρόλογος — η, ο αυτός που λέει ελαφρά, επιπόλαια λόγια, ο μωρολόγος, φαφλατάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλαφρο * + λόγος < λέγω] …   Dictionary of Greek

  • κενός — ή, ό (ΑΜ κενός, ή, όν, Α αιολ., ιων. και ποιητ. τ. κεινός, επικ. τ. κενεός και αιολ. τ. κέννος) 1. αυτός που δεν περιέχει κάτι, άδειος, κούφιος 2. μτφ. μάταιος, άσκοπος, ανώφελος, ανεκπλήρωτος, αστήρικτος (α. «κενά λόγια», β. «κενές υποσχέσεις»)… …   Dictionary of Greek

  • λάλημα — το (AM λάλημα) [λαλώ] ομιλία, λόγος, φλυαρία νεοελλ. 1. κελάδημα ή φωνή πτηνού («τού πετεινού το λάλημα») 2. ήχος μουσικού οργάνου, πνευστού ή έγχορδου 3. στον πληθ. τα λαλήματα τα λαλούμενα, δηλ. τα μουσικά όργανα που απαρτίζουν μικρή λαϊκή… …   Dictionary of Greek

  • λαφαζάνης — ο φαφλατάς, πολυλογάς, φλύαρος, μικρολόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. lafazan] …   Dictionary of Greek

  • λογάς — (I) λογάς, ἡ (Α) συν. στον πληθ. αἱ λογάδες 1. το λευκό τών οφθαλμών 2. (γενικά) οι οφθαλμοί, τα μάτια 3. μτφ. φρ. «λογάδες λίθοι» ακατέργαστοι, απελέκητοι λίθοι. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για μεταφορική χρήση τού τ. λογάς (II), πρβλ. «λογάδες… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»